Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Structural engineer
01
μηχανικός κατασκευών, πολιτικός μηχανικός
a professional who specializes in the design, analysis, and assessment of structures, such as buildings, bridges, and other infrastructure, to ensure their stability, strength, and safety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
structural engineers
Παραδείγματα
The structural engineer designed the building's foundation to withstand heavy loads and high winds.
Ο πολιτικός μηχανικός σχεδίασε τα θεμέλια του κτιρίου για να αντέχουν σε βαριά φορτία και δυνατούς ανέμους.



























