wood stain
wood
wʊd
ουουντ
stain
steɪn
στειν

Ορισμός και σημασία του "wood stain"στα αγγλικά

01

κηλίδα ξύλου, χρωματιστό βερνίκι ξύλου

a type of colored liquid or pigment that is applied to wood surfaces to enhance their appearance, add color, and provide protection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wood stains
Παραδείγματα
He applied a dark wood stain to the table to give it a more elegant appearance. 

Εφάρμοσε ένα σκούρο κηλίδα ξύλου στο τραπέζι για να του δώσει μια πιο κομψή εμφάνιση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store