cut nail
cut
kʌt
κατ
nail
neɪl
νειλ

Ορισμός και σημασία του "cut nail"στα αγγλικά

01

κομμένο καρφί, σφυρηλατημένο καρφί

a type of nail made by cutting or shaping a solid piece of steel, often used in carpentry and woodworking 
cut nail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cut nails
Παραδείγματα
The carpenter used a cut nail to secure the hardwood flooring in place. 

Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε ένα κομμένο καρφί για να στερεώσει το πάτωμα από σκληρό ξύλο στη θέση του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store