finish nail
fi
ˈfɪ
fi
nish
nɪʃ
nish
nail
neɪl
neil
finishing nail

Ορισμός και σημασία του "finish nail"στα αγγλικά

01

καρφί ολοκλήρωσης, καρφί με διακριτικό κεφάλι

a small nail with a discreet head, commonly used for finishing and trim work in woodworking projects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
finish nails
Παραδείγματα
The carpenter used a finish nail to attach the trim around the door without leaving noticeable holes. 

Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε ένα κατσαβίδι φινιρίσματος για να στερεώσει το τελείωμα γύρω από την πόρτα χωρίς να αφήσει ορατές τρύπες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store