Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electric screwdriver
/ɪlˈɛktɹɪk skɹˈuːdɹaɪvɚ/
Electric screwdriver
01
ηλεκτρική κατσαβίδι, ηλεκτρικό βιδωτήρι
a power tool that uses an electric motor to quickly and efficiently drive screws into or remove them from various materials, providing convenience and speed in various applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electric screwdrivers
Παραδείγματα
Using an electric screwdriver saved me a lot of time when fixing the broken chair.
Η χρήση μιας ηλεκτρικής βιδόκαρδας μού έσωσε πολύ χρόνο όταν επισκευαζόμουν τη σπασμένη καρέκλα.



























