Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Azulejo
01
αθούλεχο
a form of Spanish and Portuguese painted tin-glazed ceramic tilework
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
azulejos
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αθούλεχο