Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steel bridge
01
ατσάλινη γέφυρα
a bridge constructed primarily using steel, known for its strength, durability, and versatility in design
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steel bridges



























