penciller
penciller
'pɛnsɪlə
pensilē
penciler

Ορισμός και σημασία του "penciller"στα αγγλικά

01

σκιτσογράφος, μολυβιού

an artist who creates the initial sketches and layouts of comic book pages 
penciller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pencillers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

penciller
pencil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store