Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penciller
01
σκιτσογράφος, μολυβιού
an artist who creates the initial sketches and layouts of comic book pages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pencillers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
penciller
pencil



























