terracotta
te
ˌtɛ
te
rra
co
ˈkɒ
ko
tta
terra cotta
terra-cotta

Ορισμός και σημασία του "terracotta"στα αγγλικά

01

τερακότα, ψημένος πηλός

a type of fired clay that is commonly used for architectural and decorative purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
terracottas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store