Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terracotta
01
τερακότα, ψημένος πηλός
a type of fired clay that is commonly used for architectural and decorative purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
terracottas
LanGeek



























