Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faux painting
01
ψεύτικη ζωγραφική
a decorative technique that imitates other more expensive materials like stone, wood and metal by using paint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
faux paintings



























