window handle
Pronunciation
/wˈɪndoʊ hˈændəl/

Ορισμός και σημασία του "window handle"στα αγγλικά

01

χειρολαβή παραθύρου, λαβή παραθύρου

a device used to open, close, or secure a window
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
window handles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store