fixed window
fixed
ˈfɪkst
fikst
win
wɪn
vin
dow
dəʊ
dew

Ορισμός και σημασία του "fixed window"στα αγγλικά

01

σταθερό παράθυρο, παράθυρο που δεν ανοίγει

a non-operable window that does not open or close 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fixed windows

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store