Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trapdoor
01
παγίδα, μυστική πόρτα
a hinged or removable door, often located in a floor or ceiling, that provides access to a hidden or enclosed space below or above
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trapdoors



























