Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arcature
01
αψιδωτή σειρά
a series of arches or arcades that are supported by columns or piers, often used in architectural designs to create decorative openings or galleries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
arcatures
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
arcature
arc



























