Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Japan black
01
ιαπωνικό μαύρο, ιαπωνική μαύρη βερνίκι
a type of lacquer that is used to create a glossy and durable black finish on various surfaces, such as wood, metal, or ceramics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Japan blacks
LanGeek



























