Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colored pencil
01
χρωματιστό μολύβι, μολύβι χρωμάτων
a drawing medium that uses wax or oil-based pigments to create vibrant and detailed images on paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colored pencils



























