Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scotia
01
σκοτία, κοίλο διάκοσμο
a concave, curved molding that gradually decreases in diameter from top to bottom, often used for decorative purposes on columns and other architectural elements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scotias



























