Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gadroon
01
gadroon, διακοσμητικό μοτίβο με κυρτά σχήματα
a decorative motif or molding consisting of convex, rounded, or scalloped shapes that are typically repeated in a regular pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gadroons



























