Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Line break
01
αλλαγή γραμμής, διακοπή γραμμής
the point at which a line of poetry ends and a new line begins, often used by poets to create emphasis, pause, or structure within a poem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
line breaks



























