arsis
ar
ˈɑ:r
αρ
sis
sɪs
σισ
/ˈɑːsɪs/

Ορισμός και σημασία του "arsis"στα αγγλικά

01

η άρσις, η τονισμένη συλλαβή

the stressed or accented syllable or part of a metrical foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store