Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arsis
01
η άρσις, η τονισμένη συλλαβή
the stressed or accented syllable or part of a metrical foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arses



























