krampus
kram
ˈkræm
krām
pus
pəs
pēs
campushippocampus

Ορισμός και σημασία του "krampus"στα αγγλικά

01

Κράμπους, μια φιγούρα από το αλπικό φολκλόρ που απεικονίζεται ως ένα κερασφόρο πλάσμα με μακριά γλώσσα

a figure from Alpine folklore who is depicted as a horned creature with a long tongue, known for punishing misbehaving children during the Christmas season 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
krampuses
κύριο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store