dust mask
dust
dʌst
dast
mask
mɑ:sk
maask

Ορισμός και σημασία του "dust mask"στα αγγλικά

01

μάσκα σκόνης, προστατευτική μάσκα κατά της σκόνης

a protective mask worn over the mouth and nose to filter out dust particles and other airborne substances during cleaning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dust masks
Παραδείγματα
He wore a dust mask while sanding the wooden shelves to avoid breathing in the fine particles. 

Φορούσε μια μάσκα σκόνης ενώ τρίβονταν τα ξύλινα ράφια για να αποφύγει την εισπνοή λεπτών σωματιδίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store