Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Window squeegee
01
ξύστρα παραθύρων, squeegee για παράθυρα
a handheld tool with a rubber blade, used for removing liquid and cleaning solutions from windows and glass surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
window squeegees
Παραδείγματα
She used a window squeegee to clean the large glass windows in the living room.
Χρησιμοποίησε ένα εξολκέα υαλοκαθαριστήρα για να καθαρίσει τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα στο σαλόνι.
LanGeek



























