leaf blower
leaf
li:f
λιφ
blower
bləʊə
μπλεουε

Ορισμός και σημασία του "leaf blower"στα αγγλικά

01

φυσητήρας φύλλων, απορροφητήρας φύλλων

a motorized gardening tool with a high-speed air nozzle used for blowing leaves and debris off lawns and other surfaces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
leaf blowers
Παραδείγματα
I used the leaf blower to clear the driveway after the storm. 

Χρησιμοποίησα το φυσητήρα φύλλων για να καθαρίσω το δρόμο μετά τη θύελλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store