rubber mat
ru
ˈrʌ
ra
bber
mat
mæt
māt

Ορισμός και σημασία του "rubber mat"στα αγγλικά

01

χαλάκι από καουτσούκ, τάπητας από καουτσούκ

a type of floor mat made from rubber material that provides a slip-resistant and durable surface 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubber mats
Παραδείγματα
The gym floor was covered with rubber mats to provide a safe, non-slip surface for exercise. 

Το πάτωμα του γυμναστηρίου ήταν καλυμμένο με καουτσούκ χαλάκι για να παρέχει μια ασφαλή, μη ολισθηρή επιφάνεια για άσκηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store