Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concrete flooring
01
πλακόστρωτο από μπετόν, δαπέδο από σκυρόδεμα
a type of flooring made from a mixture of cement, water, and aggregates, such as sand or gravel, that is poured into a flat surface and then cured and polished
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concrete floorings
Παραδείγματα
The kitchen has sleek concrete flooring, giving it a modern and industrial feel.
Η κουζίνα έχει ένα κομψό πλακόστρωτο από σκυρόδεμα, δίνοντάς της μια μοντέρνα και βιομηχανική αίσθηση.
LanGeek



























