concrete flooring
conc
ˈkɒnk
konk
rete
ri:t
rit
floo
flɔ:
flaw
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "concrete flooring"στα αγγλικά

Concrete flooring
01

πλακόστρωτο από μπετόν, δαπέδο από σκυρόδεμα

a type of flooring made from a mixture of cement, water, and aggregates, such as sand or gravel, that is poured into a flat surface and then cured and polished 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concrete floorings
Παραδείγματα
The kitchen has sleek concrete flooring, giving it a modern and industrial feel. 

Η κουζίνα έχει ένα κομψό πλακόστρωτο από σκυρόδεμα, δίνοντάς της μια μοντέρνα και βιομηχανική αίσθηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store