antanaclasis
an
ˌæn
ān
ta
tə
tē
nac
ˈnək
nēk
la
læ
lā
sis
sɪs
sis

Ορισμός και σημασία του "antanaclasis"στα αγγλικά

01

αντανάκλαση, επανάληψη με διαφορετική σημασία

a rhetorical device in which a word is repeated, but with a different meaning each time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antanaclases

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store