dining chair
di
ˈdaɪ
dai
ning
nɪng
ning
chair
ʧeə
che

Ορισμός και σημασία του "dining chair"στα αγγλικά

01

καρέκλα τραπεζιού, καρέκλα για το τραπέζι φαγητού

a chair designed for use at a dining table 
dining chair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dining chairs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store