Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bouffant
01
μπούφαν
a woman's hairstyle in which the hair is arranged in a rounded shape that is raised high on the head
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bouffants
θηλυκό ενικό
bouffant
neutral form
hairstyle
bouffant
01
φουσκωτό, διευρυμένο
being puffed out; used of hair style or clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bouffant
συγκριτικός βαθμός
more bouffant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hair, clothing, style
LanGeek



























