bouffant
bou
ˈbu:
μπου
ffant
fənt
φαντ
/bˈuːfənt/

Ορισμός και σημασία του "bouffant"στα αγγλικά

01

μπούφαν

a woman's hairstyle in which the hair is arranged in a rounded shape that is raised high on the head
bouffant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bouffants
01

φουσκωτό, διευρυμένο

being puffed out; used of hair style or clothing
bouffant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bouffant
συγκριτικός βαθμός
more bouffant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store