Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corner shelf
01
γωνιακό ράφι, γωνιακή πλαϊνή στήλη
a type of shelf that is designed to fit into the corner of a room or wall, providing a space-saving storage solution and a way to maximize the use of corner space
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corner shelves
Παραδείγματα
She placed her favorite books on the corner shelf in her bedroom.
Τοποθέτησε τα αγαπημένα της βιβλία στο γωνιακό ράφι στο υπνοδωμάτιό της.



























