great room
great
greɪt
greit
room
ru:m
room

Ορισμός και σημασία του "great room"στα αγγλικά

01

μεγάλη αίθουσα, κοινόχρηστος χώρος διαβίωσης

a large and open living space that combines multiple functions like a living room, dining room, and sometimes a kitchen, into one area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
great rooms
Παραδείγματα
The family spends most of their time in the great room, where they can relax and eat together. 

Η οικογένεια περνάει τον περισσότερο χρόνο της στο μεγάλο δωμάτιο, όπου μπορεί να χαλαρώσει και να φάει μαζί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store