Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prepress
01
προεκτύπωση, προετοιμασία αρχείων για εκτύπωση
the process of preparing digital files for printing, including tasks such as typesetting, proofreading, and color correction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prepresses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prepress
press



























