point of sale
Pronunciation
/pˈɔɪnt ʌv sˈeɪl/

Ορισμός και σημασία του "point of sale"στα αγγλικά

01

σημείο πώλησης, τερματικό πληρωμής

the physical location or device where a product or service is sold to a customer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
points of sale
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store