point of sale
point
pɔɪnt
poynt
of
əv
ēv
sale
seɪl
seil

Ορισμός και σημασία του "point of sale"στα αγγλικά

01

σημείο πώλησης, τερματικό πληρωμής

the physical location or device where a product or service is sold to a customer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
points of sale

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store