Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
directorial
/daɪɹɛkˈtɔɹiəɫ/, /dɝɛkˈtɔɹiəɫ/, /diɹɛkˈtɔɹiəɫ/, /dɪɹɛkˈtɔɹiəɫ/
directorial
01
σκηνοθετικός, σχετικός με τη διεύθυνση
related to the director or the direction of a film or theatrical production
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
directorial
director
direct



























