pixilation
pix
ˌpɪk
pik
i
sɪ
si
la
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn
aberrationaffixationenervationmaximation

Ορισμός και σημασία του "pixilation"στα αγγλικά

01

pixilation, τεχνική stop-motion animation που περιλαμβάνει τη χρήση ζωντανών ηθοποιών αντί για μαριονέτες ή μοντέλα

a stop-motion animation technique that involves using live actors instead of puppets or models 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store