Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Point-of-view shot
01
υποκειμενική λήψη, λήψη πρώτου προσώπου
a camera technique that presents the viewpoint of a character, showing what they are seeing as if the audience is looking through their eyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
point-of-view shots



























