Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strolling player
01
περιπλανώμενος καλλιτέχνης, πλανόδιος ηθοποιός
a roaming performer who entertains audiences with impromptu or scripted performances in public or informal settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strolling players
LanGeek



























