Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Work-rhythm
01
ρυθμός εργασίας, προοδος εργασίας
an individual's natural fluctuation of physical and mental capacity for effective work throughout the day
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
work-rhythms
Παραδείγματα
His work-rhythm slowed due to exhaustion.
Ο ρυθμός εργασίας του επιβραδύνθηκε λόγω εξάντλησης.



























