Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mentalist
01
μενταλιστής, ψυχολογικός γοητευτής
a performer who uses techniques such as suggestion, psychology, and misdirection to create the illusion of mind-reading, clairvoyance, and other paranormal abilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mentalists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mentalist
mental



























