jubbah
ju
ˈʤʌ
ja
bbah

Ορισμός και σημασία του "jubbah"στα αγγλικά

01

τζούμπα, παραδοσιακό μακρύ ένδυμα

a loose, ankle-length robe-like garment traditionally worn by men in the Middle East for modesty or religious reasons 
jubbah definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jubbahs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store