Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jubbah
01
τζούμπα, παραδοσιακό μακρύ ένδυμα
a loose, ankle-length robe-like garment traditionally worn by men in the Middle East for modesty or religious reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jubbahs



























