Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aerial hoop
01
αιώρα στεφάνη, αεροβατική στεφάνη
an acrobatic apparatus consisting of a circular steel hoop suspended from above, used for performing dynamic and artistic aerial routines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aerial hoops
LanGeek



























