Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Texel
01
Τέξελ, μια ράτσα εγχώριων προβάτων γνωστή για την παραγωγή κρέατος
a breed of domestic sheep that is known for its meat production, with a dense, muscular build and white, curly fleece, originally from the island of Texel in the Netherlands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Texels
LanGeek



























