yellowhead
yellowhead
'jɛləʊhɛd
yelewhed

Ορισμός και σημασία του "yellowhead"στα αγγλικά

01

κίτρινο κεφάλι, πουλί με φωτεινό κίτρινο κεφάλι

a medium-sized bird with black plumage and a bright yellow head 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yellowheads

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yellowhead

yellow

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store