Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bat-eared fox
01
αλεπού με αυτιά νυχτερίδας, ωτοκύων
a small mammal species known for its distinctively large ears and insectivorous diet, found in various habitats in Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bat-eared foxes
LanGeek



























