Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to head out
[phrase form: head]
01
ξεκινώ, φεύγω
to leave a place or go on a journey, especially for a specific destination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head out
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads out
ενεστώτα μετοχή
heading out
απλός αόριστος
headed out
παθητική μετοχή
headed out
Παραδείγματα
She decided to head out early to avoid the rush hour traffic.
Αποφάσισε να φύγει νωρίς για να αποφύγει την κίνηση στις ώρες αιχμής.



























