to head out
head
hɛd
hed
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "head out"στα αγγλικά

to head out
01

ξεκινώ, φεύγω

to leave a place or go on a journey, especially for a specific destination 
to head out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head out
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads out
ενεστώτα μετοχή
heading out
απλός αόριστος
headed out
παθητική μετοχή
headed out
Παραδείγματα
He needs to head out to the store to pick up some groceries. 

Πρέπει να βγει από το μαγαζί για να πάρει μερικά είδη παντοπωλείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store