Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boss
01
αφεντικό, επιτηρητής
a person who is in charge of a large organization or has an important position there
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bosses
Παραδείγματα
I'll have to check with my boss before I can confirm.
Θα πρέπει να ελέγξω με το αφεντικό μου πριν μπορέσω να επιβεβαιώσω.
02
αφεντικό, προϊστάμενος
a person who hires people and tells them what to do
03
αφεντικό, προϊστάμενος
a person who exercises control and makes decisions
04
κλειδί θόλου, διακοσμητικός κόμβος
a decorative protruding knob or ornament found at the intersection of ribs in vaulted ceilings or at the center of a ceiling or arch
05
αφεντικό, ηγέτης
a leader in a political party who controls votes and dictates appointments
06
ένας αφεντικός, ένας ας
a person who is confident, in control, or exceptionally skilled
αργκό
Παραδείγματα
He's a boss when it comes to negotiations.
Είναι αφεντικό όταν πρόκειται για διαπραγματεύσεις.
07
Αφεντικό, Αφεντικό
(New Jersey) nickname for Bruce Springsteen, the rock musician born in the state
αργκό
Παραδείγματα
Everyone in Jersey loves The Boss.
Όλοι στο Νιου Τζέρσεϊ αγαπούν τον The Boss.
to boss
01
ανάγλυφο, προεξοχή
raise in a relief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boss
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosses
ενεστώτα μετοχή
bossing
απλός αόριστος
bossed
παθητική μετοχή
bossed
02
διατάζω, δίνω εντολές με ενοχλητικό τρόπο
to give orders to someone in an annoying or controlling way
Παραδείγματα
I'm sick of you bossing me around!
Βαρέθηκα που με διατάζεις έτσι!
boss
01
εξαιρετικός, εξωπραγματικός
exceptionally good
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bossiest
συγκριτικός βαθμός
bossier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
bossism
bossy
underboss
boss



























