Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Street food
01
τροφή του δρόμου, street food
ready-to-eat food or beverages that are sold by vendors in public places
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
street foods



























