Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tazza
01
ρηνό σκεύος σε βάθρο ή πόδι, διακοσμητικό μπολ
a shallow, decorative dish or bowl mounted on a pedestal or foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tazzas



























