tazza
ta
ˈtæ
ται
zza
ζα
/tˈæzɐ/

Ορισμός και σημασία του "tazza"στα αγγλικά

01

ρηνό σκεύος σε βάθρο ή πόδι, διακοσμητικό μπολ

a shallow, decorative dish or bowl mounted on a pedestal or foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tazzas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store